Το Η 9η Ιουλίου του 1821 εν Λευκωσία Κύπρου είναι γνωστό ποίημα του εθνικού ποιητή της Κύπρου, Βασίλη Μιχαηλίδη. Αναφέρεται στον απαγχονισμό του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού στις 9 Ιουλίου 1821 και γράφτηκε στην κυπριακή διάλεκτο. Το ποίημα φαίνεται να γράφτηκε την περίοδο 1884-1895 και εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1911.[1] Το ποίημα χωρίζεται σε 24 ραψωδίες και έχει 560 δεκαπεντασύλλαβους στίχους.[1]
Η ημερομηνία μύησης του Κυπριανού στη Φιλική Εταιρεία παραμένει άγνωστη. Ωστόσο, το 1820, φιλοξενεί τον Φιλικό Δημήτριο Ίπατρο και τού υπόσχεται οικονομική βοήθεια για την επανάσταση των Ελλήνων.[1][2] Αργότερα, τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, ο Αντώνιος Πελοπίδας (υπό τις διαταγές του Αλέξανδρου Υψηλάντη), στάλθηκε να παραλάβει την εισφορά του Αρχιεπισκόπου.[3]
Η Φιλική Εταιρεία αποφάσισε να μην εμπλακεί η Κύπρος σε ένοπλο αγώνα, καθώς ήταν επικίνδυνη η γεωγραφική της θέση, αλλά να περιοριστεί στην υλική βοήθεια.[Σημείωση 1][1][2][3] Όταν ξεκίνησε η Επανάσταση, ο Τούρκος σουλτάνος διέταξε την αφόπλιση των Κυπρίων - κάτι που έγινε χωρίς αντίσταση. Ο Κυπριανός προσπάθησε να πείσει τους Κύπριους να υπακούσουν (κάτι παρόμοιο έκανε και ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε') και διαβεβαίωσε τον Τούρκο κυβερνήτη, Κιουτσούκ Μεχμέτ, για την υπακοή των Ελλήνων.[1][2][3]
Παρά τις προσπάθειες αυτές, ο Αρχιμανδρίτης Θεοφύλακτος Θησεύς διένειμε προκηρύξεις στη Λάρνακα, με σκοπό να ξεσηκώσει σε αγώνα τους Έλληνες της Κύπρου - κάτι που έχει καταγγελθεί από τον Τούρκο κυβερνήτη στην Υψηλή Πύλη.[1][2][3] Ο σουλτάνος επέτρεψε στον Κιουτσούκ να συλλάβει, να δημεύσει την περιουσία και να εκτελέσει αυτούς που συμμετείχαν σ' αυτό το κίνημα.[1][2][3]
Στις 9 Ιουλίου (ημέρα Σάββατο), πρώτοι σκοτώθηκαν ο Κυπριανός και οι Μητροπολίτες Πάφου, Κιτίου και Κηρυνείας (νυν Κερύνεια) - αργότερα, στην Κύπρο έφθασαν 4.000 στρατιώτες από την Αίγυπτο, οι οποίοι τρομοκράτησαν τον πληθυσμό της Κύπρου.[1][2][3] Τα λείψανα τους έχουν δοθεί την 10η Ιουλίου, ημέρα Κυριακή, σε ομάδα από ιερείς, οι οποίοι τα έθαψαν στον περίβολο του ναού της Παναγίας Φανερωμένης (Λευκωσία) - αργότερα, εκεί κτίστηκε Μαυσωλείο, όπου φυλάγονται μέχρι σήμερα τα οστά.[1]
Οι εκτελέσεις συνεχίστηκαν ως τις 14 Ιουλίου και είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο 470 ή 486 ανθρώπων - 36 Κύπριοι εξισλαμίστηκαν (αν και μερικοί απ' αυτούς επανήλθαν στη χριστιανική πίστη) και κατάφεραν να γλιτώσουν τον θάνατο.[4]
Κατά τον Μπέργκρεν (από τη Σουηδία), «η Παναγία ντύθηκε παντού στα μαύρα, πολλά σπίτια ήταν πιτσιλισμένα με αίμα».[1]
Την επόμενη μέρα, ο Κυπριανός κατευθύνεται στην Αρχιεπισκοπή, όπου εμφανίζεται να κλαίει μπροστά στην εικόνα της Παναγίας[9] - τότε έξω από την εκκλησία εμφανίζονται Τούρκοι στρατιώτες, οι οποίοι ήρθαν να συλλάβουν τον Κυπριανό.[10] Αφού καίει μερικά έγγραφα, ο Κυπριανός παραδίνεται στους Τούρκους, που τον παρουσιάζουν στον Μουσελλίμ-αγάν (Τούρκος διοικητής) - αυτός τον κατηγορεί για προπαγάνδα κατά των Τούκρων, η οποία έχει σκοπό να ξεσηκωθούν οι Ρωμιοί (Έλληνες)[11] και δηλώνει ότι θα συγκεντρώσει όλους τους Ρωμιούς στο Σαράγιον[12][Σημείωση 2] και θα σκοτώσει όλους τους επισκόπους.[13]
Παρ' ολ' αυτά, ο Κυπριανός δηλώνει ότι οι Κύπριοι δεν έχουν όπλα καθώς οι Τούρκοι τούς τα πήραν και ότι η καρδιά τους είναι καθαρή.[14] Στη συνέχεια, ο Τούρκος διοικητής αναφέρει ότι έχει έγγραφα που έδιναν οι καλόγεροι για να ξεσηκώσουν τον κόσμο, αλλά ο Κυπριανός συνεχίζει να λέγει ότι αυτό μπορεί να έγινε κρυφά από την Εκκλησία.[15] Ο Μουσελλίμαγας δηλώνει ότι θα αφανίσει ολόκληρο τον ελληνισμό, αλλά ο Κυπριανός δηλώνει ότι η Ρωμιοσύνη θα χαθεί μόνο όταν χαθεί ο κόσμος.[16]
Ο Μουσελλίμαγας δίνει την ευκαιρία στον Κυπριανό να γλιτώσει, αλλά αυτός αρνιέται,[17] και ο Τούρκος διοικητής καλεί τον βοσκό Δημήτριο, ο οποίος προσπαθεί να πείσει τον Μουσελλίμαγα ότι η δολοφονία του Κυπριανού αποτελεί αμαρτία και θα είναι άδικη.[18]
Ο Κυπριανός οδηγείται στη φυλακή, όπου βρίσκονται και άλλοι τέσσερις επισκόποι[19], αλλά τότε εμφανίζεται ο γιος του Κκιόρογλου, ο οποίος προσπαθεί να πείσει τον Κυπριανό να φύγει - ο Αρχιεπίσκος αρνείται, αλλά ευχαριστεί τον γιο του Κκιόρογλου.[20] Μετά, οι ιερείς παρουσιάζονται να προσεύχονται και να ζητούν από τον Θεό να συγχωρέσει τους Τούρκους, να δώσει επιτέλους ελευθερία στη φυλή τους (στους Ρωμιούς), να τους συγχωρέσει και να τους δεκτεί.[21]
Ο Μουσελλίμαγας επισκέπτεται τη φυλακή και τους ανακοινώνει ότι ήρθε η ώρα του θανάτου τους[22]. Ο Κυπριανός τον προειδοποιεί ότι οι θάνατοι τους δεν θα ωφελήσουν τους Τούρκους, αλλά θα τους προκαλέσει προβλήματα.[23] Ο Κκιόρογλους προσπαθεί να πείσει τον Μουσελλίμαγα ότι ο απαγχονισμός του Κυπριανού μπορεί να προκαλέσει μπελάδες και ότι πρέπει να ψάξουν στα σπίτια των Κυπρίων, μήπως και βρουν όπλα για να αποδεκτεί η κατηγορία, αλλά ο Μουσελλίμης δηλώνει ότι δεν φοβάται τους Κύπριους.[24]
Οι Τούρκοι στρατιώτες (αναφερόμενοι ως Τζελλάττηδες) αποκεφάλισαν τους τρεις επισκόπους και τον βοσκό Δημήτριο και κρέμασαν τον Κυπριανό.[25] Τα πτώματα τους έμειναν εκεί χωρίς να θαφτούν[26], γι' αυτό και μερικοί εμφανίστηκαν μπροστά στον Τούρκο διοικητή ζητώντας να θάψουν τον Κυπριανό και τους άλλους τέσσερις, αλλά ο Μουσελλίμης αρνείται - έτσι τελειώνει η ιστορία.[27]
Ιστορικό υπόβαθρο
Στις αρχές του 19ου αιώνα στην Κύπρο επικρατεί Τουρκοκρατία. Το 1804, οι Κύπριοι οδηγούνται σε επανάσταση, η οποία τελειώνει με αποτυχία και με την καρατόμηση του δραγουμάνου Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου, το 1809 - ένα χρόνο αργότερα, τη θέση του παίρνει ο Κυπριανός.[1]Η ημερομηνία μύησης του Κυπριανού στη Φιλική Εταιρεία παραμένει άγνωστη. Ωστόσο, το 1820, φιλοξενεί τον Φιλικό Δημήτριο Ίπατρο και τού υπόσχεται οικονομική βοήθεια για την επανάσταση των Ελλήνων.[1][2] Αργότερα, τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, ο Αντώνιος Πελοπίδας (υπό τις διαταγές του Αλέξανδρου Υψηλάντη), στάλθηκε να παραλάβει την εισφορά του Αρχιεπισκόπου.[3]
Η Φιλική Εταιρεία αποφάσισε να μην εμπλακεί η Κύπρος σε ένοπλο αγώνα, καθώς ήταν επικίνδυνη η γεωγραφική της θέση, αλλά να περιοριστεί στην υλική βοήθεια.[Σημείωση 1][1][2][3] Όταν ξεκίνησε η Επανάσταση, ο Τούρκος σουλτάνος διέταξε την αφόπλιση των Κυπρίων - κάτι που έγινε χωρίς αντίσταση. Ο Κυπριανός προσπάθησε να πείσει τους Κύπριους να υπακούσουν (κάτι παρόμοιο έκανε και ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε') και διαβεβαίωσε τον Τούρκο κυβερνήτη, Κιουτσούκ Μεχμέτ, για την υπακοή των Ελλήνων.[1][2][3]
Παρά τις προσπάθειες αυτές, ο Αρχιμανδρίτης Θεοφύλακτος Θησεύς διένειμε προκηρύξεις στη Λάρνακα, με σκοπό να ξεσηκώσει σε αγώνα τους Έλληνες της Κύπρου - κάτι που έχει καταγγελθεί από τον Τούρκο κυβερνήτη στην Υψηλή Πύλη.[1][2][3] Ο σουλτάνος επέτρεψε στον Κιουτσούκ να συλλάβει, να δημεύσει την περιουσία και να εκτελέσει αυτούς που συμμετείχαν σ' αυτό το κίνημα.[1][2][3]
Στις 9 Ιουλίου (ημέρα Σάββατο), πρώτοι σκοτώθηκαν ο Κυπριανός και οι Μητροπολίτες Πάφου, Κιτίου και Κηρυνείας (νυν Κερύνεια) - αργότερα, στην Κύπρο έφθασαν 4.000 στρατιώτες από την Αίγυπτο, οι οποίοι τρομοκράτησαν τον πληθυσμό της Κύπρου.[1][2][3] Τα λείψανα τους έχουν δοθεί την 10η Ιουλίου, ημέρα Κυριακή, σε ομάδα από ιερείς, οι οποίοι τα έθαψαν στον περίβολο του ναού της Παναγίας Φανερωμένης (Λευκωσία) - αργότερα, εκεί κτίστηκε Μαυσωλείο, όπου φυλάγονται μέχρι σήμερα τα οστά.[1]
Οι εκτελέσεις συνεχίστηκαν ως τις 14 Ιουλίου και είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο 470 ή 486 ανθρώπων - 36 Κύπριοι εξισλαμίστηκαν (αν και μερικοί απ' αυτούς επανήλθαν στη χριστιανική πίστη) και κατάφεραν να γλιτώσουν τον θάνατο.[4]
Αναφορές για την 9η Ιουλίου
Ο Άγγλος περιηγητής John Carne είχε γνωρίσει τον Κυπριανό - ο τελευταίος αναφέρεται να τού είπε τα εξής: «Ο θάνατός μου δεν είναι μακριά. Ξέρω πως μόνο ευκαιρία περιμένουν, για να με θανατώσουν».[3] Ο Γάλλος πρέσβης Jérôme Méchain είχε γράψει τα ακόλουθα - παράλληλα έστελνε αναφορές για τις βιότητες των Τούρκων[5][6]:| « | Η νήσος της Κύπρου…ήσυχος και ειρηνική…εάν την άφηνον ανενόχλητον ευρίσκεται σήμερον εις κυκεώνα από της ημέρας της αφίξεως μεγάλου αριθμού στρατευμάτων [...] …ο Μουσελίμης καθίσταται μάλλον και μάλλον θηριώδης. Καθ’ εκάστην ημέραν απαγχονίζει, στραγγαλίζει ή κατακρεουργεί εις Λευκωσίαν δυστυχείς ανθρώπους [...][1][6] | » |
Πλοκή
Το ποίημα αρχίζει με την εμφάνιση ανέμων στην Τουρκία, ενώ στην Κύπρο επικρατεί ησυχία.[7] Μετά από σύσκεψη των Τούρκων αξιωματικών και διοικητών της Κύπρου, ο Κκιόρογλους (Τούρκος αξιωματούχος) επισκέπτεται τον Κυπριανό και προσπαθεί να τον πείσει να φύγει από την Κύπρο ή τουλάχιστον να μεταμφιεστεί και να πάει στην Λάρνακα, αλλά ο Κυπριανός αρνείται.[8]Την επόμενη μέρα, ο Κυπριανός κατευθύνεται στην Αρχιεπισκοπή, όπου εμφανίζεται να κλαίει μπροστά στην εικόνα της Παναγίας[9] - τότε έξω από την εκκλησία εμφανίζονται Τούρκοι στρατιώτες, οι οποίοι ήρθαν να συλλάβουν τον Κυπριανό.[10] Αφού καίει μερικά έγγραφα, ο Κυπριανός παραδίνεται στους Τούρκους, που τον παρουσιάζουν στον Μουσελλίμ-αγάν (Τούρκος διοικητής) - αυτός τον κατηγορεί για προπαγάνδα κατά των Τούκρων, η οποία έχει σκοπό να ξεσηκωθούν οι Ρωμιοί (Έλληνες)[11] και δηλώνει ότι θα συγκεντρώσει όλους τους Ρωμιούς στο Σαράγιον[12][Σημείωση 2] και θα σκοτώσει όλους τους επισκόπους.[13]
Παρ' ολ' αυτά, ο Κυπριανός δηλώνει ότι οι Κύπριοι δεν έχουν όπλα καθώς οι Τούρκοι τούς τα πήραν και ότι η καρδιά τους είναι καθαρή.[14] Στη συνέχεια, ο Τούρκος διοικητής αναφέρει ότι έχει έγγραφα που έδιναν οι καλόγεροι για να ξεσηκώσουν τον κόσμο, αλλά ο Κυπριανός συνεχίζει να λέγει ότι αυτό μπορεί να έγινε κρυφά από την Εκκλησία.[15] Ο Μουσελλίμαγας δηλώνει ότι θα αφανίσει ολόκληρο τον ελληνισμό, αλλά ο Κυπριανός δηλώνει ότι η Ρωμιοσύνη θα χαθεί μόνο όταν χαθεί ο κόσμος.[16]
Ο Μουσελλίμαγας δίνει την ευκαιρία στον Κυπριανό να γλιτώσει, αλλά αυτός αρνιέται,[17] και ο Τούρκος διοικητής καλεί τον βοσκό Δημήτριο, ο οποίος προσπαθεί να πείσει τον Μουσελλίμαγα ότι η δολοφονία του Κυπριανού αποτελεί αμαρτία και θα είναι άδικη.[18]
Ο Κυπριανός οδηγείται στη φυλακή, όπου βρίσκονται και άλλοι τέσσερις επισκόποι[19], αλλά τότε εμφανίζεται ο γιος του Κκιόρογλου, ο οποίος προσπαθεί να πείσει τον Κυπριανό να φύγει - ο Αρχιεπίσκος αρνείται, αλλά ευχαριστεί τον γιο του Κκιόρογλου.[20] Μετά, οι ιερείς παρουσιάζονται να προσεύχονται και να ζητούν από τον Θεό να συγχωρέσει τους Τούρκους, να δώσει επιτέλους ελευθερία στη φυλή τους (στους Ρωμιούς), να τους συγχωρέσει και να τους δεκτεί.[21]
Ο Μουσελλίμαγας επισκέπτεται τη φυλακή και τους ανακοινώνει ότι ήρθε η ώρα του θανάτου τους[22]. Ο Κυπριανός τον προειδοποιεί ότι οι θάνατοι τους δεν θα ωφελήσουν τους Τούρκους, αλλά θα τους προκαλέσει προβλήματα.[23] Ο Κκιόρογλους προσπαθεί να πείσει τον Μουσελλίμαγα ότι ο απαγχονισμός του Κυπριανού μπορεί να προκαλέσει μπελάδες και ότι πρέπει να ψάξουν στα σπίτια των Κυπρίων, μήπως και βρουν όπλα για να αποδεκτεί η κατηγορία, αλλά ο Μουσελλίμης δηλώνει ότι δεν φοβάται τους Κύπριους.[24]
Οι Τούρκοι στρατιώτες (αναφερόμενοι ως Τζελλάττηδες) αποκεφάλισαν τους τρεις επισκόπους και τον βοσκό Δημήτριο και κρέμασαν τον Κυπριανό.[25] Τα πτώματα τους έμειναν εκεί χωρίς να θαφτούν[26], γι' αυτό και μερικοί εμφανίστηκαν μπροστά στον Τούρκο διοικητή ζητώντας να θάψουν τον Κυπριανό και τους άλλους τέσσερις, αλλά ο Μουσελλίμης αρνείται - έτσι τελειώνει η ιστορία.[27]
Παραθέματα
Κατά το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού, δώδεκα παραθέματα του Η 9η Ιουλίου του 1821 εν Λευκωσία Κύπρου αποτελούν από τα σημαντικότερα της ποίησης του Βασίλη Μιχαηλίδη[28] - αυτά είναι:Αντάν αρκέψαν οι κρυφοί ανέμοι κ’ εφυσούσαν
- κι αρκίνησεν εις την Τουρκιάν να κρυφοσυνεφκιάζει
- και ’που τες τέσσερεις μερκές τα νέφη εκουβαλούσαν,
- ώστι να κάμουν τον καιρόν ν’ αρκεύκει να στοιβάζει,
- είχεν σγιαν είχαν ούλοι τους κ’ η Κύπρου το κρυφό της
- μες στους ανέμους τους κρυφούς είχεν το μερτικόν της.
- Κι αντάν εφάνην η ’στραπή εις του Μοριά τα μέρη
- κ’ εξάπλωσεν κι ακούστηκεν παντού η πουμπουρκά της,
- κι ούλα ξηλαμπρακήσασιν και θάλασσα και ξέρη,
- είχεν σγιαν είχαν ούλοι τους κ’ η Κύπρου τα κακά της.[29]
Δεν θέλω, Κκιόρ-ογλού, εγιώ να φύω ’που την Χώραν,
- γιατί αν φύω, το κακόν έν’να γινεί περίτου.
- Θέλω να μείνω, Κκιόρ-ογλού, κι ας πα’ να με σκοτώσουν,
- ας με σκοτώσουσιν εμέν’ κ’ οι άλλοι ας γλιτώσουν.
- Δεν φεύκω, Κκιόρ-ογλού, γιατί, αν φύω, ο φευκός μου
- έν’ να γενεί θανατικόν εις τους Ρωμιούς του τόπου.
- Να βάλω την συρτοθηλειάν εις τον λαιμόν του κόσμου;
- Παρά το γαίμαν τους πολλούς, έν’ κάλλιον του ’πισκόπου.[30]
Η Ρωμιοσύνη έν’ φυλή συνόκαιρη του κόσμου,
- κανένας δεν εβρέθηκεν γαι να την-ι ’ξηλείψει,
- κανένας, γιατί σκέπει την ’που τ’ άψη ο Θεός μου.
- Η Ρωμιοσύνη έν’ να χαθεί, όντας ο κόσμος λείψει![16]
- Σφάξε μας ούλους κι ας γενεί το γαίμαν μας αυλάκιν,
- κάμε τον κόσμον μακελλειόν και τους Ρωμιούς τραούλλια,
- αμμά ξερε πως ίλαντρον όντας κοπεί καβάκιν
- τριγύρου του πετάσσουνται τρακόσια παραπούλια.
- Το ’νιν αντάν να τρώ’ την γην, τρώει την γην θαρκέται,
- μα πάντα κείνον τρώεται και κείνον καταλυέται.[31]
Μεν μάχεσαι την θάλασσαν να την-ι ’ξηντιλήσεις·
- άδικα λόγια μεν χάννεις κι αρκείς εις την δουλειάν σου.
- Τον ήλιον με φύσημαν μπορείς να τον-ι σβήσεις;
- Φώναξε του τζελλάττη σου, σάσ’ την κρεμμασταρκάν σου![17]
Αν πολεμούν για το καλόν και πολεμά κι ο γιος μου,
- ας έν’ χαλάλιν του Θεού, αν μου τον φα’ το βόλιν,
- κι ας πα’ να μείνω δίχως του, να ζήσω μανιχός μου.
- Ειδέ κ’ αν ου, και μάχουνται να κάμουν άλλα αντ’ άλλα,
- χαρράμιν τους ’που τον Θεόν της μάνας τους το γάλαν.[32]
Ήτουν βουλή ’που τον Θεόν για να γενεί κ’ εγίνην.
- Τον Χάρον εν και βκάλλουν τον ποττέ πως έν’ φταισμένος·
- πάντα λαλούν το φταίσιμον πως το ’χει ο πεθαμμένος.[33]
’Πο ούλα το γλυκόττερον έν η ζωή τ’ αθρώπου.[34]
Σκοτώστε μας και γράψετε κ’ εμάς τον σκοτωμόν μας.
- Μα τούτοι ούλ’ οι σκοτωμοί έν’ ούλοι για κακόν σας·
- εσείς θαρκέστ’ αννοίετε το μνήμαν το δικόν μας,
- κ’ εν το πεισκάζετε πως έν’ το μνήμαν το δικόν σας.
- Σκοτώστε όσους θέλετε, αμμ’ αν να σας-ι βλάψει·
- το γαίμαν που χονώννετε ’που μας τους δεσποτάες
- έν λάιν εις την λαμπρακιάν π’ αφταίννει να σας κάψει.[23]
Που την πελλάραν τους τραβούν και τούτοι κ’ η φυλή τους
- κι ακόμα έν’ να πάθουσιν με τούν’ τον νουν περίτου.[35]
Κανέναν φόοον δεν έχω από τους Κυπριώτες.
- Θωρούν εις την Καραμανιάν πως η Τουρκιά ’ν λιμπούριν,
- τέλεια κοντά π’ ακούουνται κ’ οι σκύλλ’ αντάν να ’λάξουν·
- με μιαν σφυρκάν πετάσσουνται ’ποδώθθ’ έναν λιγγούριν
- κι ούλους μέσα σε μιαν ώραν μπορούν να τους-ι σφάξουν.[36]
- Απού την άλλην έχουσιν κοντά τους το Μισίριν.
- Αν πεις καράβκια; δεν έχουν, έν’ του αλέτρ’ αθρώποι.
- Δα κάτω τούτοι έν’ πολλά, πολλά ξωμακρισμένοι,
- περνούν μηνάδες κ’ εν έχουν χαπάριν ’που τα ξένα
- και θέμι έν’ ’που την Τουρκιάν στενά τριυρκασμένοι.
- Δα κάτω τούτ’ έν’ σαν τ’ αρνιά πών’ χώρκα μαντρισμένα.[37]
Θεέ, που νάκραν δεν έχεις ποττέ στην καλωσύνην,ΠΗΓΗ ΄ΒΙΚΗΠΑΙΔΕΙΑ
- λυπήθου μας και δώσε πκιον χαράν στην Ρωμιοσύνην.[38]

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου