Τετάρτη 10 Ιουλίου 2013

Το Η 9η Ιουλίου του 1821 εν Λευκωσία Κύπρου

Το Η 9η Ιουλίου του 1821 εν Λευκωσία Κύπρου είναι γνωστό ποίημα του εθνικού ποιητή της Κύπρου, Βασίλη Μιχαηλίδη. Αναφέρεται στον απαγχονισμό του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού στις 9 Ιουλίου 1821 και γράφτηκε στην κυπριακή διάλεκτο. Το ποίημα φαίνεται να γράφτηκε την περίοδο 1884-1895 και εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1911.[1] Το ποίημα χωρίζεται σε 24 ραψωδίες και έχει 560 δεκαπεντασύλλαβους στίχους.[1]

Ιστορικό υπόβαθρο


Ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός
Στις αρχές του 19ου αιώνα στην Κύπρο επικρατεί Τουρκοκρατία. Το 1804, οι Κύπριοι οδηγούνται σε επανάσταση, η οποία τελειώνει με αποτυχία και με την καρατόμηση του δραγουμάνου Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου, το 1809 - ένα χρόνο αργότερα, τη θέση του παίρνει ο Κυπριανός.[1]
Η ημερομηνία μύησης του Κυπριανού στη Φιλική Εταιρεία παραμένει άγνωστη. Ωστόσο, το 1820, φιλοξενεί τον Φιλικό Δημήτριο Ίπατρο και τού υπόσχεται οικονομική βοήθεια για την επανάσταση των Ελλήνων.[1][2] Αργότερα, τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, ο Αντώνιος Πελοπίδας (υπό τις διαταγές του Αλέξανδρου Υψηλάντη), στάλθηκε να παραλάβει την εισφορά του Αρχιεπισκόπου.[3]
Η Φιλική Εταιρεία αποφάσισε να μην εμπλακεί η Κύπρος σε ένοπλο αγώνα, καθώς ήταν επικίνδυνη η γεωγραφική της θέση, αλλά να περιοριστεί στην υλική βοήθεια.[Σημείωση 1][1][2][3] Όταν ξεκίνησε η Επανάσταση, ο Τούρκος σουλτάνος διέταξε την αφόπλιση των Κυπρίων - κάτι που έγινε χωρίς αντίσταση. Ο Κυπριανός προσπάθησε να πείσει τους Κύπριους να υπακούσουν (κάτι παρόμοιο έκανε και ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε') και διαβεβαίωσε τον Τούρκο κυβερνήτη, Κιουτσούκ Μεχμέτ, για την υπακοή των Ελλήνων.[1][2][3]
Παρά τις προσπάθειες αυτές, ο Αρχιμανδρίτης Θεοφύλακτος Θησεύς διένειμε προκηρύξεις στη Λάρνακα, με σκοπό να ξεσηκώσει σε αγώνα τους Έλληνες της Κύπρου - κάτι που έχει καταγγελθεί από τον Τούρκο κυβερνήτη στην Υψηλή Πύλη.[1][2][3] Ο σουλτάνος επέτρεψε στον Κιουτσούκ να συλλάβει, να δημεύσει την περιουσία και να εκτελέσει αυτούς που συμμετείχαν σ' αυτό το κίνημα.[1][2][3]
Στις 9 Ιουλίου (ημέρα Σάββατο), πρώτοι σκοτώθηκαν ο Κυπριανός και οι Μητροπολίτες Πάφου, Κιτίου και Κηρυνείας (νυν Κερύνεια) - αργότερα, στην Κύπρο έφθασαν 4.000 στρατιώτες από την Αίγυπτο, οι οποίοι τρομοκράτησαν τον πληθυσμό της Κύπρου.[1][2][3] Τα λείψανα τους έχουν δοθεί την 10η Ιουλίου, ημέρα Κυριακή, σε ομάδα από ιερείς, οι οποίοι τα έθαψαν στον περίβολο του ναού της Παναγίας Φανερωμένης (Λευκωσία) - αργότερα, εκεί κτίστηκε Μαυσωλείο, όπου φυλάγονται μέχρι σήμερα τα οστά.[1]
Οι εκτελέσεις συνεχίστηκαν ως τις 14 Ιουλίου και είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο 470 ή 486 ανθρώπων - 36 Κύπριοι εξισλαμίστηκαν (αν και μερικοί απ' αυτούς επανήλθαν στη χριστιανική πίστη) και κατάφεραν να γλιτώσουν τον θάνατο.[4]

Αναφορές για την 9η Ιουλίου

Ο Άγγλος περιηγητής John Carne είχε γνωρίσει τον Κυπριανό - ο τελευταίος αναφέρεται να τού είπε τα εξής: «Ο θάνατός μου δεν είναι μακριά. Ξέρω πως μόνο ευκαιρία περιμένουν, για να με θανατώσουν».[3] Ο Γάλλος πρέσβης Jérôme Méchain είχε γράψει τα ακόλουθα - παράλληλα έστελνε αναφορές για τις βιότητες των Τούρκων[5][6]:
« Η νήσος της Κύπρου…ήσυχος και ειρηνική…εάν την άφηνον ανενόχλητον ευρίσκεται σήμερον εις κυκεώνα από της ημέρας της αφίξεως μεγάλου αριθμού στρατευμάτων [...] …ο Μουσελίμης καθίσταται μάλλον και μάλλον θηριώδης. Καθ’ εκάστην ημέραν απαγχονίζει, στραγγαλίζει ή κατακρεουργεί εις Λευκωσίαν δυστυχείς ανθρώπους [...][1][6]  »
Κατά τον Μπέργκρεν (από τη Σουηδία), «η Παναγία ντύθηκε παντού στα μαύρα, πολλά σπίτια ήταν πιτσιλισμένα με αίμα».[1]

Πλοκή

Το ποίημα αρχίζει με την εμφάνιση ανέμων στην Τουρκία, ενώ στην Κύπρο επικρατεί ησυχία.[7] Μετά από σύσκεψη των Τούρκων αξιωματικών και διοικητών της Κύπρου, ο Κκιόρογλους (Τούρκος αξιωματούχος) επισκέπτεται τον Κυπριανό και προσπαθεί να τον πείσει να φύγει από την Κύπρο ή τουλάχιστον να μεταμφιεστεί και να πάει στην Λάρνακα, αλλά ο Κυπριανός αρνείται.[8]
Την επόμενη μέρα, ο Κυπριανός κατευθύνεται στην Αρχιεπισκοπή, όπου εμφανίζεται να κλαίει μπροστά στην εικόνα της Παναγίας[9] - τότε έξω από την εκκλησία εμφανίζονται Τούρκοι στρατιώτες, οι οποίοι ήρθαν να συλλάβουν τον Κυπριανό.[10] Αφού καίει μερικά έγγραφα, ο Κυπριανός παραδίνεται στους Τούρκους, που τον παρουσιάζουν στον Μουσελλίμ-αγάν (Τούρκος διοικητής) - αυτός τον κατηγορεί για προπαγάνδα κατά των Τούκρων, η οποία έχει σκοπό να ξεσηκωθούν οι Ρωμιοί (Έλληνες)[11] και δηλώνει ότι θα συγκεντρώσει όλους τους Ρωμιούς στο Σαράγιον[12][Σημείωση 2] και θα σκοτώσει όλους τους επισκόπους.[13]
Παρ' ολ' αυτά, ο Κυπριανός δηλώνει ότι οι Κύπριοι δεν έχουν όπλα καθώς οι Τούρκοι τούς τα πήραν και ότι η καρδιά τους είναι καθαρή.[14] Στη συνέχεια, ο Τούρκος διοικητής αναφέρει ότι έχει έγγραφα που έδιναν οι καλόγεροι για να ξεσηκώσουν τον κόσμο, αλλά ο Κυπριανός συνεχίζει να λέγει ότι αυτό μπορεί να έγινε κρυφά από την Εκκλησία.[15] Ο Μουσελλίμαγας δηλώνει ότι θα αφανίσει ολόκληρο τον ελληνισμό, αλλά ο Κυπριανός δηλώνει ότι η Ρωμιοσύνη θα χαθεί μόνο όταν χαθεί ο κόσμος.[16]
Ο Μουσελλίμαγας δίνει την ευκαιρία στον Κυπριανό να γλιτώσει, αλλά αυτός αρνιέται,[17] και ο Τούρκος διοικητής καλεί τον βοσκό Δημήτριο, ο οποίος προσπαθεί να πείσει τον Μουσελλίμαγα ότι η δολοφονία του Κυπριανού αποτελεί αμαρτία και θα είναι άδικη.[18]
Ο Κυπριανός οδηγείται στη φυλακή, όπου βρίσκονται και άλλοι τέσσερις επισκόποι[19], αλλά τότε εμφανίζεται ο γιος του Κκιόρογλου, ο οποίος προσπαθεί να πείσει τον Κυπριανό να φύγει - ο Αρχιεπίσκος αρνείται, αλλά ευχαριστεί τον γιο του Κκιόρογλου.[20] Μετά, οι ιερείς παρουσιάζονται να προσεύχονται και να ζητούν από τον Θεό να συγχωρέσει τους Τούρκους, να δώσει επιτέλους ελευθερία στη φυλή τους (στους Ρωμιούς), να τους συγχωρέσει και να τους δεκτεί.[21]
Ο Μουσελλίμαγας επισκέπτεται τη φυλακή και τους ανακοινώνει ότι ήρθε η ώρα του θανάτου τους[22]. Ο Κυπριανός τον προειδοποιεί ότι οι θάνατοι τους δεν θα ωφελήσουν τους Τούρκους, αλλά θα τους προκαλέσει προβλήματα.[23] Ο Κκιόρογλους προσπαθεί να πείσει τον Μουσελλίμαγα ότι ο απαγχονισμός του Κυπριανού μπορεί να προκαλέσει μπελάδες και ότι πρέπει να ψάξουν στα σπίτια των Κυπρίων, μήπως και βρουν όπλα για να αποδεκτεί η κατηγορία, αλλά ο Μουσελλίμης δηλώνει ότι δεν φοβάται τους Κύπριους.[24]
Οι Τούρκοι στρατιώτες (αναφερόμενοι ως Τζελλάττηδες) αποκεφάλισαν τους τρεις επισκόπους και τον βοσκό Δημήτριο και κρέμασαν τον Κυπριανό.[25] Τα πτώματα τους έμειναν εκεί χωρίς να θαφτούν[26], γι' αυτό και μερικοί εμφανίστηκαν μπροστά στον Τούρκο διοικητή ζητώντας να θάψουν τον Κυπριανό και τους άλλους τέσσερις, αλλά ο Μουσελλίμης αρνείται - έτσι τελειώνει η ιστορία.[27]

Παραθέματα

Κατά το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού, δώδεκα παραθέματα του Η 9η Ιουλίου του 1821 εν Λευκωσία Κύπρου αποτελούν από τα σημαντικότερα της ποίησης του Βασίλη Μιχαηλίδη[28] - αυτά είναι:
    Αντάν αρκέψαν οι κρυφοί ανέμοι κ’ εφυσούσαν
κι αρκίνησεν εις την Τουρκιάν να κρυφοσυνεφκιάζει
και ’που τες τέσσερεις μερκές τα νέφη εκουβαλούσαν,
ώστι να κάμουν τον καιρόν ν’ αρκεύκει να στοιβάζει,
είχεν σγιαν είχαν ούλοι τους κ’ η Κύπρου το κρυφό της
μες στους ανέμους τους κρυφούς είχεν το μερτικόν της.
Κι αντάν εφάνην η ’στραπή εις του Μοριά τα μέρη
κ’ εξάπλωσεν κι ακούστηκεν παντού η πουμπουρκά της,
κι ούλα ξηλαμπρακήσασιν και θάλασσα και ξέρη,
είχεν σγιαν είχαν ούλοι τους κ’ η Κύπρου τα κακά της.[29]    
    Δεν θέλω, Κκιόρ-ογλού, εγιώ να φύω ’που την Χώραν,
γιατί αν φύω, το κακόν έν’να γινεί περίτου.
Θέλω να μείνω, Κκιόρ-ογλού, κι ας πα’ να με σκοτώσουν,
ας με σκοτώσουσιν εμέν’ κ’ οι άλλοι ας γλιτώσουν.
Δεν φεύκω, Κκιόρ-ογλού, γιατί, αν φύω, ο φευκός μου
έν’ να γενεί θανατικόν εις τους Ρωμιούς του τόπου.
Να βάλω την συρτοθηλειάν εις τον λαιμόν του κόσμου;
Παρά το γαίμαν τους πολλούς, έν’ κάλλιον του ’πισκόπου.[30]    
    Η Ρωμιοσύνη έν’ φυλή συνόκαιρη του κόσμου,
κανένας δεν εβρέθηκεν γαι να την-ι ’ξηλείψει,
κανένας, γιατί σκέπει την ’που τ’ άψη ο Θεός μου.
Η Ρωμιοσύνη έν’ να χαθεί, όντας ο κόσμος λείψει![16]
Σφάξε μας ούλους κι ας γενεί το γαίμαν μας αυλάκιν,
κάμε τον κόσμον μακελλειόν και τους Ρωμιούς τραούλλια,
αμμά ξερε πως ίλαντρον όντας κοπεί καβάκιν
τριγύρου του πετάσσουνται τρακόσια παραπούλια.
Το ’νιν αντάν να τρώ’ την γην, τρώει την γην θαρκέται,
μα πάντα κείνον τρώεται και κείνον καταλυέται.[31]    
    Μεν μάχεσαι την θάλασσαν να την-ι ’ξηντιλήσεις·
άδικα λόγια μεν χάννεις κι αρκείς εις την δουλειάν σου.
Τον ήλιον με φύσημαν μπορείς να τον-ι σβήσεις;
Φώναξε του τζελλάττη σου, σάσ’ την κρεμμασταρκάν σου![17]    
    Αν πολεμούν για το καλόν και πολεμά κι ο γιος μου,
ας έν’ χαλάλιν του Θεού, αν μου τον φα’ το βόλιν,
κι ας πα’ να μείνω δίχως του, να ζήσω μανιχός μου.
Ειδέ κ’ αν ου, και μάχουνται να κάμουν άλλα αντ’ άλλα,
χαρράμιν τους ’που τον Θεόν της μάνας τους το γάλαν.[32]    
    Ήτουν βουλή ’που τον Θεόν για να γενεί κ’ εγίνην.
Τον Χάρον εν και βκάλλουν τον ποττέ πως έν’ φταισμένος·
πάντα λαλούν το φταίσιμον πως το ’χει ο πεθαμμένος.[33]    
    ’Πο ούλα το γλυκόττερον έν η ζωή τ’ αθρώπου.[34]    
    Σκοτώστε μας και γράψετε κ’ εμάς τον σκοτωμόν μας.
Μα τούτοι ούλ’ οι σκοτωμοί έν’ ούλοι για κακόν σας·
εσείς θαρκέστ’ αννοίετε το μνήμαν το δικόν μας,
κ’ εν το πεισκάζετε πως έν’ το μνήμαν το δικόν σας.
Σκοτώστε όσους θέλετε, αμμ’ αν να σας-ι βλάψει·
το γαίμαν που χονώννετε ’που μας τους δεσποτάες
έν λάιν εις την λαμπρακιάν π’ αφταίννει να σας κάψει.[23]    
    Που την πελλάραν τους τραβούν και τούτοι κ’ η φυλή τους
κι ακόμα έν’ να πάθουσιν με τούν’ τον νουν περίτου.[35]    
    Κανέναν φόοον δεν έχω από τους Κυπριώτες.
Θωρούν εις την Καραμανιάν πως η Τουρκιά ’ν λιμπούριν,
τέλεια κοντά π’ ακούουνται κ’ οι σκύλλ’ αντάν να ’λάξουν·
με μιαν σφυρκάν πετάσσουνται ’ποδώθθ’ έναν λιγγούριν
κι ούλους μέσα σε μιαν ώραν μπορούν να τους-ι σφάξουν.[36]
Απού την άλλην έχουσιν κοντά τους το Μισίριν.
Αν πεις καράβκια; δεν έχουν, έν’ του αλέτρ’ αθρώποι.
Δα κάτω τούτοι έν’ πολλά, πολλά ξωμακρισμένοι,
περνούν μηνάδες κ’ εν έχουν χαπάριν ’που τα ξένα
και θέμι έν’ ’που την Τουρκιάν στενά τριυρκασμένοι.
Δα κάτω τούτ’ έν’ σαν τ’ αρνιά πών’ χώρκα μαντρισμένα.[37]    
    Θεέ, που νάκραν δεν έχεις ποττέ στην καλωσύνην,
λυπήθου μας και δώσε πκιον χαράν στην Ρωμιοσύνην.[38]  
ΠΗΓΗ ΄ΒΙΚΗΠΑΙΔΕΙΑ

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

visitors

free counters